Μου 'χει κάνει μεγάλη ζημιά ο Κώστας Τσαούσης με τις εβδομαδιαίες τόσο γαργαλιστικές, και ταυτόχρονα απολύτως υγιεινές και χαμηλές σε θερμίδες, εμπνεύσεις του.
Τέρμα τα βραστά ή ωμό (α λα μοντ της δεκαετίας 80) ή στον φούρνο, λίγο καψαλισμένο να χάσει τη μελαγχολία του και μετά να κάνει σκέρτσα με διάφορα αρτύματα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι προέρχεται από την παλατιανή κουζίνα της Πόλης, χρονολογείται ήδη από τον 18ο αιώνα αλλά τη βρίσκει κανείς με παραλλαγές μόνο στην τελική προσθήκη για το άρωμά της, στη Σιέννα.
Εν προκειμένω το πορτοκάλι αρωματίζει αλλά και μεταμορφώνει τα καρότα, και τα υπόλοιπα μυρωδικά, από τον κρόκο ως το κύμινο ανοίγουν την βεντάλια της γεύσης. Τα σπόρια στο τέλος απαραίτητα, κατά τη γνώμη μου. Για το κρατς τους.
Πριν τσιμπήσει κανένας επιχειρηματίας το παραμύθι της σωτηρίας δια των εξαγωγών, ας μου επιτραπεί να περιγράψω τι πρόκειται να αντιμετωπίσει, όταν ανταμειφθούν οι προσπάθειές του.
Δεν πετάμε φαγητό, ποτέ. Ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς. Αν μας έχουν περισσέψει μεγάλες ποσότητες ξέρουμε καλά πού να τις προωθήσουμε – το "Μπορούμε" κάνει αξιοθαύμαστη, πρώτης τάξεως δουλειά. Το λίγο απ’ εδώ και λίγο απ’ εκεί, τα υπόλοιπα λαχανικών, τι τα κάνουμε;
Πώς τον ανακάλυψα; Ίσως γιατί ως αστή μιλάω στους ανθρώπους που σέβομαι στον πληθυντικό που είναι «διατύπωση της υποκρισίας και της δουλικότητας»; Ή μήπως γιατί ξέρω από κράνμπερι και σοκολάτες;
Τέτοια παιδικά να σκέφτομαι. Δεν γίνεται, φευ. Κάτι πρέπει να βρω να χαρώ όμως, να περιμένω. Η στιγμή του τραπεζιού παραμένει παρά τα ποικίλα τραμπαλίσματα της, ένα βάλσαμο
Δεν έχω υπολογιστή από τις 13 Ιουλίου του 2013, κοντεύουν τέσσερις μήνες. To MacBook Pro μου κλάπηκε μέσα από τη βαλίτσα μου στην πτήση Βερολίνο-Αθήνα.
Να που η ανάγκη τα 'φερε να εκτιμήσουμε την «κουζίνα πόβερα» όχι σαν τουρίστες στη χώρα της «εξωτικής φτώχιας», αλλά από τα μέσα. Να μπούμε στη λογική του «δεν πετάμε τίποτε» και αξιοποιούμε τα λιγοστά που διαθέτουμε για να φτιάξουμε ένα φαγητό χορταστικό ασφαλώς, αλλά και υψηλών προσδοκιών.
© 2022 protagon.gr. All Rights Reserved.

