Μούσμουλα: Καιρός για μαρμελάδα και λικέρ

Οτι έχω εγκατασταθεί στο Δερβένι Κορινθίας, σας το έχω ξαναπεί. Ο κορονοϊός με έστειλε εδώ πριν από το λόκνταουν, που υποψιαζόμαστε ότι θα επιβληθεί, αλλά μετά από δύο χρόνια και βάλε, τώρα πια ξέρω ότι είναι το μέρος μου. Το λέω Μουσμουλοχώρι, γιατί το Δερβένι έχει τα πιο νόστιμα μούσμουλα που έχετε φάει ποτέ. Στις λαϊκές αγορές της Αθήνας θα συναντήσετε παραγωγούς, που φέρνουν μούσμουλα Δερβενίου, μην τους προσπεράσετε. Δοκιμάστε τα και θα με θυμηθείτε. Εδώ, δεν υπάρχει αυλή και κήπος χωρίς μουσμουλιά, όποτε «εμείς οι ντόπιοι» δεν διανοούμαστε να αγοράσουμε μούσμουλα (ή λεμόνια…). Γιατί, κι αν δεν έχεις θα σε φιλέψει ο γείτονας.

Τον πρώτο χρόνο της εγκατάστασής μου, εποχή σκληρής καραντίνας, έπαιρνα το καλαθάκι μου και, μέχρι να ωριμάσουν τα δικά μας, τρυγούσα τις μουσμουλιές στο πεζοδρόμιο του από πάνω δρόμου, αφήνοντας τα ψηλά σπονδή στα πουλιά. Την επόμενη χρονιά οι ιδιοκτήτες των σπιτιών αποφάσισαν κι αυτοί να μην φύγουν μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, οπότε έκανα με το ποδήλατό μου πιο μακρινές βόλτες για να εντοπίσω αδέσποτες μουσμουλιές.

Μαρμελάδα και λικέρ μούσμουλο με τσίπουρο (Κική Τριανταφύλλη)

Εχω ένα πάθος γι’ αυτό το φρούτο, ίσως γιατί κρατάει πολύ λίγο, από τον Μάιο μέχρι τα μέσα Ιουνίου το πολύ, και λαχταράς όλο τον άλλο καιρό την πολύπλοκη γεύση του: ζουμερό, γλυκό, αρωματικό, λιγότερο ή περισσότερο ξινό, αδιόρατα στιφό. Και οπωσδήποτε το αγαπώ χάρη την τρυφερή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων: «Κόψτε και φάτε μούσμουλα από το δέντρο, βρε “μούσμουλα”, αλλά μόνο τα γινωμένα», μας έλεγε ο θείος μου ο Λάμπρος. Δήθεν τάχα μου θυμωμένος, μας αποκαλούσε «μούσμουλα», αποδίδοντας  στο παιδομάνι της οικογένειας –που τότε ακόμη ήταν λιγόφαγο και σνόμπαρε τα φρούτα- μια χροιά ανόητου με τον χαρακτηρισμό του.

Αν έχεις δέντρο στην αυλή κάποια στιγμή έρχονται μαζεμένα, όσο και να φας περισσεύουν οπότε τι κάνεις; Μαρμελάδα και λικέρ βεβαίως με τα κουκούτσια. Το έκανα με τσίπουρο και  εκστασιάστηκα για τη φινέτσα του πικραμύγδαλου, που βγάζει, θυμήθηκα το λικέρ βερίκοκο που έφτιαχνε, κάποτε η μάνα μου.

Το κορυφαίο μου είναι  το λικέρ περγαμόντο (το έκανα ακόμη και με κατεψυγμένο ξύσμα από τη φλούδα, που μου δίνει η γειτόνισσα κάθε φορά που φτιάχνει γλυκό το κουταλιού, κι έγινε εξίσου ωραίο). Και μετά από πειράματα δύο χρόνων με διάφορα φρούτα κατέληξα σε τρία λικέρ: περγαμόντο, μούσμουλο και άγριο βύσσινο με κεράσι. Τα πίνεις τον χειμώνα και ξυπνάει μέσα σου το καλοκαίρι ή το καλοκαίρι με τριμμένο πάγο κι ευφραίνεσαι. Το βάζεις σε κέικ και γλυκά, περιχύνεις κρέμες και παγωτά.

*Και να μην το ξεχάσω: φυτέψτε μερικά κουκουτσάκια, η φίλη μου η Μάγκη μου είπε ότι πέταξε σε ένα παρτέρι μερικά και μετά από τρία χρόνια δεν ήξερε τι να κάνει τα μούσμουλα.

Δείτε εδώ τις συνταγές

spot_img
Διαφήμισηspot_imgspot_img
Πάνελ άρθρου
Διαφήμισηspot_imgspot_img
Περισσότερα από τον ίδιο

«TRIZONI Exclusive»: Γεύση θάλασσας στην πόλη-γαστρονομικό προορισμό

Ο πλούτος του βυθού και της γης της Χαλκιδικής, μια εκλεκτή κάβα και μια οικογενειακή γαστρονομική παράδοση 40 χρόνων συνθέτουν τη μοναδική εμπειρία που προσφέρει το νέο απόκτημα της Θεσσαλονίκης στα Λαδάδικα και πάλι από τις 6 Σεπτεμβρίου

Η φανουρόπιτα της γιαγιάς μου και μια ιστορία

«Τι είναι η φανουρόπιτα γιαγιά;», πάντα με ένα γιατί στο στόμα, με θυμάμαι… «Είναι σα κέικ, αλλά γίνεται με λάδι και πορτοκάλι, νηστίσιμη. Τη φτιάχνουμε κάθε χρόνο σα σήμερα που είναι του Αγίου Φανουρίου, για να μας “φανερώσει” τα χαμένα».

Κοτ κοτ κοκκινιστό (έτσι το έλεγα όταν ήμουν πιτσιρίκι)

Εχετε περισσεύματα λαχανικών στο ψυγείο; Ταιριάζουν μια χαρά με κοτόπουλο και κόκκινη σάλτσα, όσο τη θέλετε πικάντικη