Γνώρισα τη δουλειά του Δημήτρη Παπαιωάννου από την Ολυμπιάδα του 2004. (Δε σας φαίνεται ότι μιλάμε για εκείνη την περίοδο με τη χροιά φωνής και τη μελαγχολία ψυχής που μιλάνε οι Κωνσταντινουπολίτες για τη Πόλη; Είχαμε και τι δεν είχαμε! Χρόνια πριν…)
Βιάζομαι να δηλώσω, το «πότε» της γνωριμίας μου με το έργο του, γιατί διακρίνω στα περισσότερα κείμενα, που τον αφορούν, την αγωνία των γραφιάδων να δηλώσουν ότι γνώριζαν τη δουλειά του πριν την Ολυμπιάδα και να πάρουν έτσι το δικαίωμα να τον κρίνουν με μανία περίεργη για το αν πρόδωσε την πρωτοπορία, αν αναπαραγάγει τα ίδια και τα ίδια στοιχεία και δε ξέρω και γω τι άλλο.
Θαρρείς και ο Παπαιωάννου λειτουργεί για τους περισσότερους αγωνιούντες σαν ένα σημείο «κάπου» για να βγάλουν τ΄απωθημένα του δικού τους «πουθενά». Είδα την παράσταση την Πέμπτη σε ένα μεγαλειωδώς ανακαινισμένο Εθνικό Θέατρο. Κι από την πρώτη στιγμή , εκείνος ο τεράστιος καθρέπτης, που αντικαθιστά την κλασική βαριά κουρτίνα και καθρεφτίζει την αίθουσα και το κοινό ολόκληρο, κέντρισε τη περιέργεια και το ενδιαφέρον μου καθώς μ΄έναν διαβολικά έξυπνο τρόπο «μας» ανέβασε όλους μας στη σκηνή.
Από κει και πέρα ένα σωρό συναισθήματα ανάβλυσαν για 40 λεπτά, όσο κρατάει η παράσταση δηλαδή. (Σπουδαίος και στο καθορισμό του χρόνου, της ώρας ο Παπαιωάννου. Αυτό το απόλυτα δικό του «τόσο-όσο»). Με μια περίεργα πρωτόγνωρη σιωπή ή ήχους καθόλου αναγνωρίσιμους, με σκηνές καθόλου εύπεπτες, με την απουσία-παρουσία σκηνικού, αυτά τα ανθρωπάκια που πότε μοιάζουν με αρουραίους και πότε με ρομπότ και ανεβοκατεβαίνουν και σκαρφαλώνουν και πέφτουν και σηκώνονται και αγωνίζονται και προσπαθούν… Μόνοι και όλοι.
Και ξεπετάγονταν τρόμος και φόβος και αγωνία και μελαγχολία και θάνατος και ζωή… Σ ένα μαύρο φόντο, τόσο απάνθρωπα τεράστιο και μονόχρωμο, τόσο συγκεκριμένο αλλά και τόσο αφηρημένο. Τόσο αναγνωρίσιμο ωστόσο στην καθημερινότητά του καθενός μας. Ένας καμβάς, ένα λευκό χαρτί απ΄αυτά που μας έδιναν οι κυρίες των Τεχνικών (έτσι λέγαμε την ώρα της ζωγραφικής κάποτε) για να εκφραστούμε, ένας καμβάς μη συγκεκριμένος στη πορεία της ζωής, ενδεχομένως και μαύρος… Αυτό δεν είναι η ζωή; Ένας καμβάς για να βάλει ο καθένας το στίγμα του. 40 λεπτά συναισθήματα…. Και τελικά τι ήταν αυτό που παρακολουθήσαμε; Τι σημαίνει βρε παιδί μου αυτή η παράσταση; Θ΄αναρωτηθείς . Ό,τι σημαίνει για τον καθένα. Ό,τι αναγνωρίζει, ό,τι αποκρυπτογραφεί η ψυχή του. Το ίδιο δε γίνεται και με τη μουσική; Μερικές νότες σ΄ένα χαρτί τι σημαίνουν; Πώς γίνεται και μερικοί ήχοι χωρίς λέξεις σκάβουν τόσο διαφορετικά συναισθήματα; Γιατί εκεί δεν θέτουμε την απορία «μα τι είναι αυτό ; »…Ή ένας ζωγραφικός πίνακας…. Χρώματα σ΄ένα καμβά… Η κραυγή του Μουνκ, οι γραμμές του Μιρό, το τίναγμα του πινέλου του Πόλοκ, ο ουρητήρας του Ντυσάν…. Και μη μου πείτε πώς καθορίζετε τι είναι τέχνη και τι όχι.
Oι προθέσεις… Απόλυτα. Τόσο αστεία ευανάγνωστες, οι προθέσεις των ανθρώπων που θαρρείς έγιναν για να μας ξεμπροστιάζουν. Οι προθέσεις και η πορεία του καθενός μας. Γι αυτό βγάζω το καπέλο στον Παπαιωάννου. Οι άνθρωποι που κατέκτησαν την επιτυχία και κέρδισαν και τη λούμπα της αναγνωρισιμότητας την πατάνε συνήθως από το σύνδρομο της παρέλασης. Πώς να σας το εξηγήσω; Στις παρελάσεις μπορεί να πάθεις κάτι που όλη σου τη ζωή να προσπαθείς δεν θα σου τύχει… Τόσο που συγκεντρώνεσαι στο βηματισμό και στα παραγγέλματα των άλλων μπορεί να βγάλεις τελικά συγχρόνως το δεξί χέρι με το δεξί πόδι…Τόσο ανθυγιεινό τόσο παράταιρο περπάτημα.
Γι αυτό βγάζω το καπέλο στο Δημήτρη Παπαιωάννου. Γιατί μετά από μια γενική εθνική παραδοχή και ένα τεράστιο ΖΗΤΩ επικίνδυνα ελληνικό, εκείνος εξακολουθεί το δικό του βηματισμό. Και νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη κάθε φορά που «μου» πετάει τα κλειδιά, τις «εμμονές» του…. Το φως, το υδάτινο στοιχείο που βγαίνει ακόμα και μέσα από σίδερα, η ροή, τα πάντα ρει, το σώμα που γδύνεται από τις άμυνές του τόσο όμορφα και εξαγνιστικά…Και η αγκαλιά….Πιο απελπισμένα μεγάλη από κάθε άλλη φορά. Τόσο μεγάλη η παρηγοριά της αγκαλιάς των ανθρώπων. Και μετά το μικρόφωνο γυρνάει ξανά στο θεατή βίαια.. Και γεμίζει η σκηνή ανθρώπους. Τι ιδιοφυής σκέψη! Όλοι και μόνοι. Και μεις από τη θέση μας, σαν άλλοι πια. Διαφορετική η διαδρομή μισή ώρα αργότερα. Όταν ξεκίνησε η παράσταση… Ανέμελα πρόσωπα, μυρουδιές, μαλλιά περιποιημένα, μάτια να χαζεύουν αγγελούδια στο ταβάνι…Έξοδος για θέατρο….Τώρα… Αντιμέτωποι με την αλήθεια. Όχι τη μόνη αλλά του καθενός μας. Πονηρεμένοι πια ότι το –πουθενά- συνιστά το –κάτι-. Έστω και για ν΄αναμετρηθεί μαζί του. Όσο αναμετριέται η παρουσία μας με το χρόνο. Η γη με τον ουρανό… Και σ΄αυτό το «ταβάνι» δεν υπάρχουν ζωγραφισμένα αγγελούδια. Δημήτρη Παπαιωάννου να 'σαι καλά.


