Δεν ήμασταν πολλοί μέσα στο πλοίο. Πόσοι να ταξιδεύουν χειμωνιάτικα! Και σίγουρα η απόλυτη πλειοψηφία ήταν νησιώτες. Εμείς ανήκαμε στη μειοψηφία. Στους ανώμαλους! Που βρίσκουν ενδιαφέρον να σεργιανούν τα νησιά το χειμώνα και τα βουνά τον Αύγουστο. Το λατρεμένο μου «εκτός σαιζόν».Μια Ελλάδα αφτιασίδωτη. Τέλος πάντων…
Είχα βαρεθεί λοιπόν μέσα στο καράβι και είπα να βγω να πάρω λίγο αέρα. Περπάτησα με προσοχή, χαζεύοντας συγχρόνως τον κόσμο μέχρι που άνοιξα τη βαριά πόρτα. Ένα τσουχτερό αεράκι! Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και είδα και άλλους ανθρώπους να καταφθάνουν. Ούτε στεριά ούτε φως στον ορίζοντα! Κάποιος πίσω μου είπε «έχουμε ακόμα τρία τέταρτα ως τη Ραφήνα» και συγχρόνως μου τράβηξε μια σπρωξιά. Μια μάνα κατέφθασε επίσης με τον «Ασημάκι της»,κούμπωσε με μανία το μπουφάν του, εκείνος δυσανασχέτησε «θα με πνίξεις ρε μάνα!»,εκείνη απάντησε «κοίτα μη πουντιάσεις κακομοίρη, αλίμονό σου» και τοποθέτησε το παιδί δίπλα μου, παρακάμπτοντας και όλη την υποτυπώδη σειρά που είχε σχηματιστεί στο μεταξύ. Ακολούθησε δεύτερο βαρβάτο σπρώξιμο! Ούτε στεριά, ούτε φως στον ορίζοντα! Αργεί η Ραφήνα! Να και ένα ζευγαράκι. Φιλί βεντούζα. Αυτοί είναι έρωτες! Διαρκεί ακόμα το φιλί βεντούζα. Κοιτάει ο Ασημάκης. Του γυρνάει το κεφάλι η μάνα του. Όμορφη που είναι η κοπέλα… Και τι κοιλιά! Χανούμισσα στη θάλασσα. Πώς δεν τις αγγίζει το κρύο ρε παιδί μου;
Σε λίγο κατέφθασε στη πομπή της προσμονής και ένας κουτσός.Δίπλα του μια γυναίκα με τσεμπέρι τον συνόδευε ενώ τον νοιάζονταν «κρατήσου καλά μη και σκοτωθείς» (πού να κρατηθεί μη και σκοτωθεί;).Ένας άλλος άναψε τσιγάρο και το ξεφύσαγε σαν δράκος…Α ρε ντέρτια και καημοί! Στο τέλος τράβηξε και ένα ρέψιμο.«Μόσχος!»Και δώστου και κατέφθανε κόσμος. Πιο σουρεαλιστική σκηνή δεν έχω δει. Ένα σωρό άνθρωποι σε απόλυτη ετοιμότητα εξόδου και γύρω σκοτάδι! Μέχρι που εμφανίστηκαν και κανα δυο ναυτικοί και πήραν θέση στα σχοινιά. Ο ένας μάλιστα πέταξε και ένα σχοινάκι σαν κουβαρίστρας. Τότε ήταν που έπεσε το επόμενο σπρωξίδι.
Κι επιτέλους φάνηκαν και μερικά φώτα από στεριά και έπεσε και το επόμενο βαρβάτο. Κοίταζα τον κόσμο δίπλα μου. Με κλειστή τη μπουκαπόρτα κι όμως ήμασταν όλοι έτοιμοι σαν αθλητές να ξαμοληθούμε για τη πρωτιά. Βλέμματα σκληρά, συνοφρυωμένα, σώματα με ελαφρά κάμψη προς τα εμπρός….Τύφλα να ’χε ο Κεντέρης και η Θάνου με όλα τα αξεσουάρ στον οργανισμό…Τι σόι λαός είμαστε εμείς ρε παιδί μου!Πώς γίνεται να ενεργούμε με τόση «προνοητικότητα» και όμως να είμαστε τόσο απροετοίμαστοι σε όλα; Πώς γίνεται να πιάνουμε αμέσως θέσεις στην εκκίνηση και όμως να μην οριοθετούμε το τέρμα, το στόχο; Πώς γίνετε ας πούμε, να κορνάρουμε με πείσμα όταν είμαστε τέταρτοι στο φανάρι αλλά να αργούμε να ξεκινήσουμε όταν βρεθούμε πρώτοι και μάλιστα ν’ απορούμε για τις κόρνες των πίσω, ωρυόμενοι «τι έγινε ρε μαλάκα!». Πώς σκοτωνόμαστε να ψηφίσουμε πολιτικούς για να μας παραμυθιάσουν και όχι να ενεργήσουν; Πώς γίνεται να έχουμε άμεση αντίληψη των γεγονότων και μάλιστα να ψιλιαζόμαστε, να αποκρυπτογραφούμε με άνεση και τι κρύβεται πίσω απ’ αυτά αλλά μετά να λέμε «δε γαμιέται!»…Τόσο απόλυτα μάχιμοι και συγχρόνως τόσο αδιάφοροι… Κοίταζα γύρω μου….Και τότε διαπίστωσα ότι κανενός η ματιά δεν «στόχευε» την έξοδο αλλά το διπλανό του. Όλοι αλλήθωροι. Ματιές όρτσα. Ο διπλανός μας ήταν ο στόχος! Μη και μας τη φέρει. Μη και μας πάρει τη σειρά. Μη και βγει πριν από μας. Κατ’ ουσίαν μόνο αυτό μας έκαιγε…. Με κλειστή τη μπουκαπόρτα….Ένα βράδυ στο λιμάνι της Ραφήνας… Στην αρχή γέλασα, μετά μ’ έπιασε νευρικό γέλιο. Στο τέλος μελαγχόλησα…


