Μόνο η Μοιραράκη θα τα κατάφερνε…
Μα πόσες αποχρώσεις έχει το πράσινο και το κίτρινο στο Πήλιο! Περπατώ εις το δάσος. Αγ. Γεώργιος, Βιζίτσα, Μηλιές. Χαράδρες… Απίστευτες. Στιχομυθίες πουλιών, κάργιες… Που ξέρω αν είναι κάργιες; Θα μ΄αρεσε να είναι…«Καριωτίζει». Κεντρικές πλατείες. Καρπίτι από φύλλα ξερά, τα πατάς, κράτς…Μαθημένο το βήμα στη βία… Δε σε φτάνει ο χρόνος για καλλίτερα… Μα εδώ έχεις όσο χρόνο θες. Ο μόνος αληθινός πλούτος! Ο χρόνος και το νερό.Το νερό παντού. Το νιώθεις, το ακούς κι ας μη το βλέπεις.
Ήχοι! Ο ήχος του αέρα, της σιωπής, ένα πριόνι που το κλωτσάει το αφτί μα αυτό επιμένει, ένας κόκορας Παβαρότι, μια καμπάνα, μια μακρόσυρτη ροχάλα… Καφενεία σε κεντρικές πλατείες. Χνώτα στα τζάμια. Κουβέντες κολοβές. Κι ένας βλοσυρός παπάς θαρρείς μπερδεύτηκε με Θεός. Συννεφιά και μουχλαντάρα. Κεραμίδια να ξερνάνε πρασινάδα. Μια γάτα ισορροπεί επικίνδυνα σ’ένα μπαλκόνι.
Ο περιπτεράς με χαίτη ποδοσφαιρική κρεμάει εφημερίδες με μανταλάκια. Η γυναίκα του με μουστάκι τσέλιγκα τον ρωτάει «Είδες π’θενά την ΑΞΙΑ;», «Αι κι’» λέει βαριεστημένα χωρίς να δείχνει… Αι κι’! Όλη του η ζωή ένα τετράγωνο παραθυράκι. Καδραρισμένη η οπτική…Ποιος τη χέζει την αξία!
Σπίτια… Η απέραντη γοητεία των αναμμένων φώτων μέρα μεσημέρι… Μυρουδιές…Στοιβαγμένα ξύλα, κάποιος μαγειρεύει φασολάδα, κάποια τηγανίζει πιπεριές… Εκκλησία Ζωοδόχου Πηγής. Ησυχία. Γυναίκες καθαρίζουν με μανία για την Κυριακάτικη δοξολογία… Πόσες γυναικείες επιθυμίες ξεπαστρεύει η χλωρίνη στις κλειστές κοινωνίες… Κατεβάζουν τα καντήλια για να τα γεμίσουν λάδι…Ήχος αλυσίδας… Απόλυτο deja vu… Πόσα χρόνια!… Θαρρείς αιώνες…
Η γιαγιά, μια καρέκλα που όλο έλεγα θα σπάσει, άσπρο μπούτι ξέξασπρο, ανήλιαγο το δέρμα, καλτσοδέτα να στραγγαλίζει το κρέας, τελετουργία το καντήλι, σταυροκόπημα, αχ Παναγίτσα μου μακρόσυρτο… Ρε γαμώτο… Έφυγε παππούς, γιαγιά, κόσμος και κοσμάκης… Εκεί η καρέκλα… Κι όλο έλεγα θα σπάσει!..Περπατώ εις το δάσος. Δεν συναντήθηκα με άλλον περπατητή. Πώς να σεβαστούμε έναν τόπο αν δεν τον περπατήσουμε; Θαρρείς οι περισσότεροι έχουνε μια Αθήνα εντός τους και τη περιφέρουνε σαν επιτάφιο όπου κι αν πάνε.
Στις Μηλιές τρώω μια χορτόπιτα… Κριτσανιστό το φύλλο! Καίω όλο μου τον ουρανίσκο! Εκ γενετής ανυπόμονη!! Μια αγέλη μούργων με παρατηρεί.Τα ψοφόσκυλα της ελληνικής επικράτειας. Άλλο να κουτσαίνει, άλλου να του φεύγει η λεκάνη… Αυτοθεραπεύονται. Οι μούργοι της καρδιάς μου! Εκμυστηρεύσεις γύρω από καλοστρωμένο τραπέζι…
Ο Γρηγόρης, η Χριστίνα. Φιλία είναι να προχωράς τη συζήτηση από κει που την άφησες μήνες πριν. Χωρίς προλόγους. Κρασί Διάπορο στο Μικρό Βοριά στη Πορταριά. Στο βάθος η θάλασσα του Βόλου. Μετά ο ιδιοκτήτης μας επιδεικνύει με καμάρι ένα από τα 5 όλα κι όλα δωμάτια που έφτιαξε με αξιέπαινο μεράκι. «Τεράστιο τζακούζι…» λέει με νόημα. «Καταλαβαίνετε!» Πόσα αξεσουάρ ρε γαμώτο χρειάζεται ο σύγχρονος για να πηδήξει!!! Κατευθυνόμενες οι αισθήσεις.
Περπατώ εις το δάσος… Κι ας ξέρω ότι ο λύκος είναι εδώ. Έχω εξοικειωθεί μαζί του από την Αθήνα. Μπορώ ακόμα και να χορέψω με λύκους.


