Αποτελεί ένα από τα κύρια θέματα της διεθνούς επικαιρότητας τα τελευταία χρόνια. Το δίπολο σεξ – εξουσία. Κυρίως λόγω της διόγκωσης του κινήματος #MeToo. Και το γεγονός που εξηγεί γιατί οι πρυτανικές αρχές του περίφημου University College London, επιδιώκοντας να προστατέψουν τις φοιτήτριες και τους φοιτητές τους αλλά και να αποφύγουν καταστάσεις που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν τη φήμη ενός από τα κορυφαία πανεπιστήμια όχι μόνον της Βρετανίας αλλά ολόκληρου του κόσμου, αποφάσισαν να προβούν στην απαγόρευση των σχέσεων μεταξύ διδασκόντων και μελών της φοιτητικής κοινότητας. Κομμένα, οπότε, τα ύποπτα βλέμματα μεταξύ της έδρας και των εδράνων. Το φλερτ εντός των τειχών του UCL απαγορεύεται πλέον αυστηρά και όποιος καθηγητής ή καθηγήτρια δεν συμμορφωθεί, κινδυνεύει με πειθαρχικές ποινές, ακόμα και με απόλυση.
Σύμφωνα με τη νέα πολιτική που υιοθέτησε το λονδρέζικο πανεπιστήμιο, απαγορεύονται «οι στενές προσωπικές και ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σε μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού και φοιτητές-φοιτήτριες, όταν ο διδάσκων φέρει την ευθύνη για τις σπουδές και την προσωπική ευημερία του φοιτητή-φοιτήτριας».
Οι καθηγητές του UCL μπορούν, ωστόσο, να συνάψουν ελεύθερα σχέσεις με φοιτητές ή φοιτήτριες που παρακολουθούν διαφορετικά προγράμματα σπουδών από τα δικά τους. Υποχρεούνται, ωστόσο, να ενημερώνουν τις αρμόδιες πανεπιστημιακές αρχές για την όποια σχέση τους, ερωτική ή στενά προσωπική, μέσα σε διάστημα τριάντα ημερών, περίοδο μετά το πέρας της οποίας προβλέπεται η λήψη πειθαρχικών μέτρων.
Καθηγητές και καθηγήτριες καλούνται επίσης να «διατηρούν τη δέουσα σωματική και συναισθηματική απόσταση» από τις φοιτήτριες και τους φοιτητές τους, να αποφεύγουν να δημιουργούν ακόμα και «ιδιαίτερους φιλικούς δεσμούς» και να επικοινωνούν μεταξύ τους μόνο μέσω των επίσημων πανεπιστημιακών διαύλων.

Συνιστάται επίσης να μην ανταλλάσσουν τηλέφωνα με φοιτητές και φοιτήτριες και να μη συναντιούνται μαζί τους εκτός των χώρων του πανεπιστημίου, ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συνάψουν σχέση με άτομα η κατάσταση των οποίων κρίνεται «επισφαλής», όπως τα άτομα με αναπηρία, είτε ανήκουν στη φοιτητική κοινότητα είτε στο ακαδημαϊκό προσωπικό. Οι πρυτανικές αρχές θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται για τις όποιες στενές προσωπικές ή ερωτικές σχέσεις καθηγητών και καθηγητριών με συναδέλφους και συναδέλφισσές τους στην περίπτωση που θα μπορούσε να προκύψει ζήτημα διαπλεκόμενων συμφερόντων.
Σύμφωνα με την Κέλσι Πασκ, υπεύθυνη πολιτισμικών αλλαγών στο UCL, οι απαγορεύσεις υπαγορεύτηκαν από «την ανάγκη να αναγνωρίσουμε τις θέσεις ισχύος και τις ανισορροπίες ισχύος στο πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης, με στόχο την αποτροπή της κατάχρησης εξουσίας».
Μιλώντας στον Guardian επισήμανε επίσης πως «η απόφαση να απαγορευτούν συγκεκριμένες σχέσεις αποσκοπεί στην προστασία και των φοιτητών-φοιτητριών και του ακαδημαϊκού προσωπικού», αναφέροντας ότι ανάλογες πολιτικές εφαρμόζονται εδώ και καιρό σε κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια, όπως το Χάρβαρντ, το Πρίνστον και το Γέιλ.
Εκθεση που πραγματοποιήθηκε το 2018 από την Εθνική Φοιτητική Ενωση της Βρετανίας, αποκάλυψε ότι το 80% των μελών της φοιτητικής κοινότητας δεν αισθανόταν άνετα με τις σχέσεις μεταξύ φοιτητών και καθηγητών, περιγράφοντάς τες, μάλιστα, ως «αρπακτικές». Πέρα από το UCL, μόνον δύο ακόμη ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Βρετανίας εφαρμόζουν ανάλογες απαγορευτικές πολιτικές, το πανεπιστήμια του Γκρίνουιτς και του Ρόχαμπτον.
Σύμφωνα με τη δρα Αννα Μπουλ, μέλος της οργάνωσης 1752 Group που μάχεται για τον περιορισμό των σεξουαλικών παραπτωμάτων από μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού στα βρετανικά πανεπιστήμια, το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι «δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την ανισορροπία ισχύος που υφίσταται μεταξύ καθηγητών και φοιτητών». Σύμφωνα, ωστόσο, με κάποιους φοιτητές και φοιτήτριες του UCL, η νέα πολιτική του πανεπιστημίου τους «παραβιάζει τα δικαιώματα συναινούντων ενηλίκων», θέτοντας την ιδιωτικότητά τους υπό τον έλεγχο και την επιτήρηση των ακαδημαϊκών αρχών.


