Οι λονδρέζικοι Times δημοσίευσαν ένα απόσπασμα από το αναθεωρημένο βιβλίο του ιστορικού Νάιαλ Φέργκιουσον «The ascent of money: a financial history of the world» («Η άνοδος του χρήματος, μία οικονομική ιστορία του κόσμου»). Στο απόσπασμα που παραθέτουν προβάλλεται η άποψη ότι ο λαϊκισμός που τροφοδοτήθηκε από πολλούς παράγοντες και όχι μόνο από την χρηματοπιστωτική κρίση είναι αυτός τώρα ο παράγων εκείνος που ετοιμάζεται να πυροδοτήσει μία νέα κρίση.
Ξεκινώντας από τα πλέον πρόσφατα, ο Φέργκιουσον κρίνει ότι «οι απολύσεις στην Deutsche Bank δείχνουν ότι εξακολουθούμε να αισθανόμαστε τις οικονομικές επιπτώσεις του 2008» και προειδοποιεί ότι «μπροστά μας βρίσκεται περισσότερη αναταραχή».
Το γενικό πνεύμα του ιστορικού είναι ότι «δεν ήταν τόσο δύσκολο να προβλεφθεί ότι θα υπάρξει μια πολιτική αντίδραση μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση – μια αντίδραση τόσο βαριά και διαρκής όσο οι οικονομικές επιπτώσεις της». Ετσι στέκεται στο φαινόμενο Τραμπ και στη δεύτερη εκστρατεία του για το προεδρικό αξίωμα –κάτι αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια-, αλλά και στα τερτίπια της πολιτικής σκηνής της Βρετανίας, στο ότι ο Μπόρις Τζόνσον, δηλαδή, θα διαδεχθεί την Τερέζα Μέι.
Ο Φέργκοιυσον δηλώνει ότι είχε πει από το 2009 σε μία συνέντευξή του ότι «θα υπάρξει αίμα», εννοώντας ότι «μια κρίση αυτού του μεγέθους είναι βέβαιο ότι θα αυξήσει τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική σύγκρουση, ότι θα αποσταθεροποιήσει ορισμένες χώρες, θα προκαλέσει εμφυλίους πολέμους, θα καταργήσει μετριοπαθείς κυβερνήσεις και θα φέρει στην εξουσία άλλες, ακραίες».
Η οικονομική κρίση είχε πράγματι βαθιές πολιτικές συνέπειες, συνεχίζει ο ιστορικός: «Σε αρκετές αραβικές χώρες έγιναν επαναστάσεις που ονομάστηκαν λανθασμένα ‘αραβική άνοιξη’ όταν ξεκίνησαν, στο τέλος του 2010. Σε όλες σχεδόν τις δυτικές δημοκρατίες οι πολιτικοί εκτοπίστηκαν από νεαρότερα πρόσωπα λιγότερο μολυσμένα από σχέσεις με την οικονομική ελίτ. Τον Φεβρουάριο του 2014, ύστερα από μαζικές διαμαρτυρίες στο Κίεβο έπεσε το καθεστώς Γιανουκόβιτς, έτσι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και οι ρωσόφιλοι αυτονομιστές πήραν τον έλεγχο της Κριμαίας».
Αναφέρει στη συνέχεια του κειμένου του παραδείγματα αναλύσεων διαφόρων (που αφορούν ποικίλα θέματα, από το δημοψήφισμα περί Brexit μέχρι την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας), για να υποστηρίξει ότι υπήρξαν τρανταχτές πολιτικές αντινομίες: «Η σχέση μεταξύ χρηματοπιστωτικής κρίσης και πολιτικής δεν ήταν απλή. Εάν ήταν, ο Μπέρνι Σάντερς θα ήταν τώρα πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Τζέρεμι Κόρμπιν πρωθυπουργός της Βρετανίας» τονίζει. Και μας καλεί να σκεφθούμε γιατί η Χίλαρι πήρε το χρίσμα των Δημοκρατικών παρά τη σχέση με την Goldman Sachs, γιατί με τη σειρά της έχασε από τον Τραμπ, έναν πολιτικό-επιχειρηματία «που καυχήθηκε σε μια συνέντευξη του Μαΐου του 2016 ότι είναι φίλος με όλες τις μεγάλες τράπεζες».
Εξηγεί γιατί «η οικονομική κρίση ήταν τόσο ωφέλιμη για τους δεξιούς λαϊκιστές παρά για τους αριστερούς ομολόγους τους». Επειδή η μομφή στους μετανάστες για τις οικονομικές δυσκολίες και τις απογοητεύσεις είναι πιο ισχυρή πολιτική, όπως και το σύνθημα του Τραμπ «Ξανακάνουμε την Αμερική μεγάλη!»
Η κυριαρχία του δεξιόστροφου λαϊκισμού εξηγείται από τη μεγαλύτερη ψυχολογική δύναμη των επιχειρημάτων. «Οι κύριοι ηττημένοι μιας οικονομικής κρίσης είναι ετερογενής ομάδα: δεν είναι η κατώτερη τάξη (η οποία είχε σχετικά λίγα να χάσει), αλλά η οικονομικά εκτεθειμένη ή επισφαλής μεσαία τάξη. Οι άνθρωποι που έχουν χάσει τα σπίτια τους ή τις θέσεις εργασίας τους και το εισόδημά τους. Αυτοί δεν είναι ιδιαίτερα δεκτικοί σε ένα κλασικό σοσιαλιστικό μήνυμα αυξημένου κυβερνητικού ελέγχου και δημοσιονομικής αναδιανομής. Είναι πιο πιθανό να ενστερνιστούν τα επιχειρήματα των δεξιών λαϊκιστών σχετικά με τον περιορισμό της μετανάστευσης, τον προστατευτισμό του εμπορίου ή την απομάκρυνση από τη νομισματική ορθοδοξία».
Στα αποτελέσματα της αποδοχής του λαϊκισμού από πλευράς των πλειοψηφιών αποδίδει ο Φέργκιουσον και το Brexit και τη διακυβέρνηση Τραμπ και «έξι διαφορετικές λαϊκίστικες ή μερικώς λαϊκίστικες κυβερνήσεις στην Ευρώπη». Ετσι «η χρηματοπιστωτική κρίση μπορεί να λειτούργησε ως καταλύτης για τη λαϊκή αγανάκτηση απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν η αιτία της ‘μεγάλης εξέγερσης’».
Η γνώμη του Φέργκιουσον είναι ότι τα «άγρια άλογα» του λαϊκισμού που κάλπασαν όλα αυτά τα χρόνια «μας τραβούν όλους στην επόμενη οικονομική κρίση».


