Ιδρώσαμε ν΄ακούσουμε τα νέα! Το έφερνε από ‘δω, το έστριβε από κει… Από την πρώτη μέρα που τον εκλέξαμε. Πρώτη φορά έβλεπα καρκινοπαθή να κάνει κουράγιο στον γιατρό! Πες το Γιώργο μου με δικά σου λόγια! Το’πε ποιητικά! Και αφού το’πε ξένοιασε; Αυτό ήταν δηλαδή όλο κι όλο το ζόρι; Η μπαρούφα «χρειάστηκε να πάρουμε μέτρα που πόνεσαν…»;
Χρόνια και χρόνια παίζαμε μασκαράτα. Έριχναν τον προβολέα στο «κεφάλαιο» και στην «πλουτοκρατία» και έτρωγαν στα σκοτεινά και τις πιατέλες. Τελείωσε η μασκαράτα. Σχόλασε το γλέντι. Πετάχτηκαν οι μάσκες. Παίζατε δουλεμένα λεφτά στο καζίνο του Δημοσίου, στο Καζίνο της μίζας, στων δήθεν συνδικαλιστών, στο δήθεν επιδοτήσεων, στο δήθεν , δήθεν, δήθεν… Το εθνικό Καζίνο του δήθεν.
Μάθαμε πια πώς φτάσαμε ως εδώ σε απόλυτο συγχρονισμό κολύμβησης με το ναυάγιο. Και τώρα; Δεν μας φτάνει το ναυάγιο θα υποστούμε και «πατητή»; Θα επιτρέψουμε στο ίδιο αχαλίνωτο σύστημα που μας ναυάγησε να μας βουτάει και το κεφάλι στο νερό λες και παίζουμε σε αγώνα πόλο; Πώς θ΄αξιωθούμε την ακτή;
Δεν είναι πατητή η νοοτροπία του να εμποδίζουν τον κατάπλου και τον απόπλου κρουαζιερόπλοιου στον Πειραιά; Δεν είναι η απόλυτη πατητή;
Θα συνεχίσουμε να επιτρέπουμε σε 30 ανθρώπους να κλείνουν το έρημο κέντρο και να φέρνουν τους καταστηματάρχες σε απόλυτη απόγνωση με χιλιάδες «ενοικιάζεται» και «πωλείται» για γείτονες; Πόσο θα εξαρτηθούμε ακόμα από ανθρώπους που τις προθέσεις τους ξεσκέπασε ο χρόνος και τα «δίκαια αιτήματά τους» μας έφτασαν στον πάτο; Σε ποια ζυγαριά αιτημάτων ακουμπάμε και του πολίτη που δεν έχει φωνή γιατί δεν προλαβαίνει ν΄αφήσει τις υποχρεώσεις για να φωνάξει;
Ξύπνα Γιώργο! Ποιος περιμένεις να κάνει τη δουλειά; Βράζει ο κόσμος! Αν είμαστε σε ναυάγιο, πάρε μέτρα ναυάγιου. Σου έτυχαν όλα τα δύσκολα, έχεις όμως και ένα τυχερό…Μας πέτυχες να συνεννοούμαστε, όλο και περισσότεροι, για τα αυτονόητα. Γνωριστήκαμε μεταξύ μας σαν λαός… Ξανασυστηθήκαμε! Λίγο το’χεις; Ξεβράζει ο τόπος αλήθεια…Εκμεταλλεύσου το!
Αχ Γιώργο… Αυτά ακριβώς φοβήθηκα όταν σε είδα με φόντο το Καστελόριζο. Γι αυτό μου έκοψε τα πόδια η επιλογή του σκηνικού σου. Λιακάδα, ελαφρύ αεράκι, βαρκούλα ν΄αρμενίζει… Λίγο ακόμα και θα παραγγέλναμε μια ποικιλία και ουζάκι, θα έλεγες εσύ τον πόνο σου, εγώ τον δικό μου, θα τσουγκρίζαμε, θα λέγαμε «άσπρο πάτο», θα τραβάγαμε κι έναν χορό και θα καταλήγαμε «Αει μωρέ! Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Με τρόμαξε το σκηνικό που επέλεξες Γιώργο! Αναρωτιέμαι… Χρόνια μετά το «έμαθες τα νέα πατέρα»…Έμαθες τα νέα Γιώργο; Τα εμπέδωσες παιδί μου;


