Σαν κεραυνός εν αιθρία έπεσε πριν μερικές εβδομάδες η είδηση πως σταματάει η αμερικανική μηνιαία έντυπη έκδοση του γυναικείου περιοδικού Glamour μετά από περίπου 80 χρόνια.
Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού θα είναι αυτό του Ιανουαρίου 2019, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα.
Σύμφωνα με τον όμιλο Condé Nast, η κυκλοφορία του εντύπου -του πρώτου περιοδικού που το 1966 φιλοξένησε στο εξώφυλλο του μια μαύρη γυναίκα- έφτανε τα δυο εκατομμύρια αντίτυπα τον μήνα, ωστόσο η ηλεκτρονική του απήχηση αγγίζει τους 20 εκατομμύρια αναγνώστες.
Η αρχισυντάκτρια Σαμάνθα Μπάρι, σε σημείωμά της προς το προσωπικό, έγραψε πως το περιοδικό θα συνεχίσει να επενδύει στις ιστορίες, τις υπηρεσίες, τις καταπληκτικές φωτογραφίσεις για τις οποίες είναι γνωστό, φέρνοντας όλα αυτά στις πλατφόρμες όπου οι αναγνώστες απευθύνονται περισσότερο.
Και όλα αυτά ενώ πέρυσι η Condé Nast διέκοψε τις έντυπες εκδόσεις του Teen Vogue και του Self ενώ και το Seventeen –ο πάλαι πότε απόλυτος «οδηγός» για τα λυκειοκόριτσα ανά την υφήλιο– έχει ανακοινώσει ότι σποραδικά μόνο θα κυκλοφορεί κάποια ειδικά τεύχη.
Με αφορμή όλα αυτά, σχετικό ρεπορτάζ της Washington Post αναρωτιέται κατά πόσο τα γυναικεία περιοδικά είναι κι αυτά θύματα κι αυτά της κρίσης των εντύπων ή απλά μοιάζουν όλο και πιο παρωχημένα στην εποχή μας.
«Εδώ και τόσες γενιές, τα γυναικεία περιοδικά λειτουργούσαν με τον ρόλο μιας ενημερωμένης, μεγαλύτερης αδελφής που φρόντιζε να σε πληροφορεί εγκαίρως τόσο για τις νέες τάσεις στη μόδα και την ομορφιά όσο και για το τι συνέβαινε στον κόσμο σε πολιτιστικό αλλά ακόμα και σε γεωπολιτικό επίπεδο», τονίζει το δημοσίευμα θυμίζοντας ένα άρθρο του γυναικείου περιοδικού Sassy σχετικά με την πολύχρονη σύγκρουση Ισραηλινών-Παλαιστινίων.
Κάπως έτσι, τα glossy γυναικεία περιοδικά ήταν ευχάριστα στο μάτι και συγχρόνως χρήσιμα.
«Μπορούσες, αν μη τι άλλο, να σκίσεις μια σελίδα και να τη δείξεις στο κομμωτήριο λέγοντας “να, έτσι θέλω να μου τα κόψεις”», προσθέτει η Λίσα Πεκό-Εμπέρ, επίκουρη καθηγήτρια δημοσιογραφίας στη Σχολή Ανενμπεργκ του πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας.
Με τα… ζωνάρια στην βιομηχανία των περιοδικών όμως να έχουν σφίξει εδώ και περίπου μια δεκαετία λόγω περιορισμού της αναγνωσιμότητας, της διαφημιστικής ένδειας και του υψηλού κόστους παραγωγής, τα περισσότερα εξ αυτών προσπαθούν απλά να κατοχυρώσουν μια θέση στη χαοτική αγορά του Διαδικτύου.
Οπότε το κλείσιμο των εντύπων γυναικείων περιοδικών μοιάζει με σημαντική απώλεια – είναι όμως;
Το άρθρο υποστηρίζει πως, παρότι η ιστορία των γυναικείων περιοδικών έχει να παρουσιάσει πολλά δείγματα αξιόλογης και «σοβαρής» αρθρογραφίας, ανέκαθεν αυτά τα περιοδικά είχαν να αντιμετωπίσουν την άκρως σεξιστική κατηγορία ότι είναι κατώτερα, μόνο και μόνο επειδή απευθύνονταν καταρχάς στο γυναικείο κοινό.
«Πολλά άρθρα ήταν όντως σεξιστικά», συνοψίζει η Αντρεα Μπαρτζ, αμερικανίδα συγγραφέας που στο παρελθόν έχει εργαστεί για πέντε εξ αυτών. Και προσθέτει πως πολλές αναγνώστριες αντιδρούσαν στη βασική… συνταγή των γυναικείων περιοδικών που έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από τη δημιουργία επιθυμίας κατανάλωσης προϊόντων με απώτερο σκοπό την κοινωνική αποδοχή και την ικανοποίηση του άντρα συντρόφου.
Αυτή η εμμονή στο σεξιστικό και παρωχημένο στερεότυπο, μαζί με τα απανωτά κύματα φεμινισμού οδήγησε σταδιακά τα περιοδικά αυτά στην ανυποληψία, υποστηρίζει το άρθρο.
«Σε μια εποχή όπου διακηρύσσεται η αποδοχή του σώματος και επικρατεί το νιοστό κύμα φεμινισμού, είναι δύσκολο να πάρεις σοβαρά το 2.500ό άρθρο ενός περιοδικού στην ίδια χρονιά με δήθεν μαγικές συμβουλές για απώλεια βάρους», σημειώνει η Χάριετ Μπράουν, καθηγήτρια δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο Σίρακιουζ της Νέας Υόρκης.
Το δημοσίευμα καταλήγει πως ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας που συνετέλεσε στο κλείσιμο πολλών παραδοσιακών τίτλων ήταν το «άνοιγμα» του Διαδικτύου σε χιλιάδες fashion bloggers και influencers, κάποιες από τις οποίες συνεργάζονται επίσημα πια με πολλά γνωστά γυναικεία περιοδικά ή sites.


