
Μερικές φορές αναπολώ τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Τότε που οι άνθρωποι και οι έννοιες είχαν έναν εξαιρετικά απέριττο, μονοσήμαντο προσδιορισμό ο οποίος έφερε και όλο το βάρος του χαρακτηρισμού τους χωρίς να αναζητούνται αντιφάσεις , ποικιλίες ή έστω ενδιάμεσες αποχρώσεις. Τότε οι λέξεις προοδευτικός, αντιδραστικός, αριστερός , δεξιός και οι συναφείς τους ήσαν αφ΄ενός απολύτως καθοριστικές για το υποκείμενό τους, αφ΄ ετέρου ξεκάθαρος τρόπος συνεννόησης των υπολοίπων χωρίς ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων. Ενα πολύ απλό περιβάλλον δημοσίου διαλόγου- ο οποίος ήταν και ατέρμων την εποχή εκείνη – πνιγμένο μέσα σε μακάριες βεβαιότητες.
Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι η πραγματικότητα και τότε προφανώς θα ήταν το ίδιο περίπλοκη όσο και η τωρινή και όσο κάθε άλλη εποχή των ανθρώπινων πραγμάτων-απλώς η πολιτική πόλωση των χρόνων εκείνων και η δική μου νεανική ανωριμότητα θεωρούσαν τον μανιχαϊσμό κανονική ζωή. 'Εκτοτε, καμμιά δεκαριά φορές οι αναλυτές διεπίστωσαν το τέλος της Μεταπολίτευσης αλλά ο ακριβής προσδιορισμός του μικρή σημασία έχει. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι ότι τα τελευταία χρόνια επανέκαμψαν οι κάτοχοι των απολύτων αληθειών και ξαναέγινε η αμφιβολία ουσιώδες εν ανεπαρκεία. Και είναι μερικές φορές να απορείς, πώς άνθρωποι που υπολήπτεσαι συχνά φωτίζουν την μισή αλήθεια γιατί η άλλη μισή είναι ένοχη ή καταδικασμένη ιδεολογικά.
Τις σκέψεις αυτές τις κάνω για πολλοστή φορά με αφορμή , αυτήν τη φορά, την υποτιθέμενη επίθεση των Γερμανών. Είναι αλήθεια ότι η πρωτοβουλία του Πετσάλνικου ήταν μίζερος επαρχιωτισμός, όσο είναι αλήθεια ότι το εξώφυλλο του “Focus” ήταν αχρείαστα κακούγουστο, αλλά αυτά που εννοούσε τα έχουν γράψει δηκτικότερα και έλληνες αρθρογράφοι, πολλοί όμως από τους οποίους είναι συχνά μονομερείς στις προσεγγίσεις τους ,όπως μονομερείς αρκετές φορές είναι και οι ιδεολογικά αντίθετοί τους , άσχετα αν υπάρχουν και Γερμανοί – όπως οι αριστεροί ευρωβουλευτές -που συμφωνούν με αυτούς τους τελευταίους.
Εννοώ ότι μπορούμε να παραδεχόμαστε , χωρίς να μας έχει βάλει ο Σόρος, ότι οι κύριοι υπαίτιοι της κρίσης είμαστε εμείς και η μακρά περίοδος καταναλωτισμού που αλόγιστα ζήσαμε και ταυτοχρόνως να μην ξεχνάμε ότι καταναλώναμε σε μεγάλο βαθμό γερμανικές εξαγωγές και ότι ήμασταν ο παράδεισος των γερμανικών επενδύσεων, άρα ο ευδαιμονισμός μας δεν λειτουργούσε μόνο εις βάρος τους αλλά και υπέρ τους, επιπλέον είμαστε σταθεροί χρηματοδότες της πολεμικής τους βιομηχανίας την οποία δεν θα είχαμε ανάγκη αν οι ίδιοι και οι λοιποί εταίροι μας εγγυώντο τα σύνορά μας ,αλλά τότε αυτή θα κατέρρεε. Και ότι τα λεφτά που μας δάνεισαν δεν μας τα χάρισαν, τα δε λεφτά που μας χάρισαν μπορούμε να τα βάλουμε στον ίδιο λογαριασμό με τις πολεμικές αποζημιώσεις και κυρίως το υποχρεωτικό δάνειο- σε 60 χρόνια αυτοί δεν πρόκειται να παραγράψουν τα χρωστούμενά μας- ότι έχουμε άφθονη διαφθορά, αλλά και ένα ποσοστό της το έχουμε εισαγάγει από την Γερμανία και όλα αυτά να το λέμε χωρίς να είμαστε εθνικιστές και πατριδολάτρες , χωρίς να ζητούμε αθώωση γιατί ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας- και πάλι όχι όλοι μας, η γενιά των 700 ευρώ και των στερημένων συνταξιούχων προυπήρχαν της κρίσης- αλλά γιατί το ψηφιδωτό της ζωής είναι πολύχρωμο , γιατί δεν υπάρχουν ούτε αποστειρωμένοι ούτε άθλιοι λαοί , γιατί οι θησαυροί και τα σκουπίδια συνήθως συνυπάρχουν και η ομοιογένεια κατοικεί μόνο στα στερεότυπα. Επιτέλους , ας διεκδικήσουμε την εξιστόρηση της σύνθετης πραγματικότητας χωρίς να μας κατατάξουν οι μεν από δω και οι δε από κει.
Γιατί, δεν σας συνέχισα, τελικά στην Μεταπολίτευση δεν αναπολώ την απλότητά της αλλά τα νιάτα μου.