Το καλοκαίρι του ΄99 όπου και να πήγαινες, σε πλαζ, τσιπουράδικα, μπαρ και αγορά διεπίστωνες ότι όλοι οι ΄Ελληνες συμμετείχαν σε μία μεγάλη συζήτηση- θυμάστε ποια. Οι σωμόν σελίδες των εφημερίδων υπήρχαν σε κάθε τραπέζι, πετσέτα και πάγκο και οι ξεσχολισμένοι αναγνώστες τους διακινούσαν τις απίθανες πληροφορίες που διάβαζαν και άλλες που άκουγαν (και συνήθως δεν καταλάβαιναν) για να τις μετουσιώσουν την επομένη σε εντολές στον χρηματιστή τους-εκατομμύρια ΄Ελληνες γρανάζια στην βιομηχανία του ονείρου.
Η συγκολλητική ουσία εκείνου του δημοσίου και ιδιωτικού διαλόγου που ήταν κοινός και διάχυτος παντού, μη γελιόμαστε, ήταν η απληστία. Μπορεί για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια να ξαναβρίσκαμε κοινούς τόπους ενδιαφερόντων και συζητήσεων, μπορεί να ξαναπιάναμε το νήμα που ένωνε διαφορετικούς χώρους που τώρα μπορούσαν να επικοινωνήσουν ξανά, αλλά τα κίνητρα δεν είχαν καμμιά σχέση με την συλλογικότητα περασμένων εποχών.
Αυτό που χαρακτήριζε την κοινή γλώσσα που ξαναβρήκαμε για να μιλάμε όλοι μαζί το ΄99 ήταν στην ουσία η υποβόσκουσα ανησυχία ότι χάναμε ευκαιρίες, η καχυποψία ότι άλλοι κέρδιζαν περισσότερα, η ετοιμόρροπη αλαζονεία, η απαξίωση της εργασίας, η κάλπικη επιτυχία, όλα αυτά δηλαδή που στο τέλος τους έχουν την ιδιώτευση και την περιφρούρηση του ατομικού χώρου και όχι συλλογικά σημεία αναφοράς. Το ’75 ζούσαμε την ευγενή αυταπάτη ότι θα φτιάξουμε τον κόσμο, το ΄99 την χυδαία αυταπάτη ότι θα φτιαχτούμε. ΄Ηταν η περίοδος των «και γαμώ».
Στα χρόνια που ακολούθησαν επανήλθαμε στον κατακερματισμό και τα στεγανά της κοινωνίας μας, εκεί δηλαδή που βρισκόμασταν και προηγουμένως. Ο καθένας στον κόσμο του και τα στενά ενδιαφέροντά του, όλο και πιο περιορισμένης καθολικότητας. Στα μπαρ και τις ταβέρνες οι συζητήσεις ποικίλες, με σποραδικές μόνο ταυτίσεις. Η Βαβέλ μας ξαναέχασε την κοινή γλώσσα που είχε για να επικοινωνεί, έστω κι αν την τελευταία φορά αυτή η γλώσσα ήταν φτιαγμένη από μετοχές (όχι της γραμματικής).
Και φτάνουμε στις μέρες μας οι ΄Ελληνες να μοιάζουν να ζουν το αντίστροφο είδωλο της ευωχίας του Χρηματιστηρίου. Τα γελαστά πρόσωπα της αυτοπεποίθησης και της επιτυχίας (της φενάκης) που έβλεπες παντού γύρω σου τότε, έχουν δώσει της θέση τους σε θλιμμένα , ηττημένα, φοβισμένα βλέμματα ανθρώπων που ανησυχούν, όχι πια για τα διαφυγόντα κέρδη αλλά για την επιβίωσή τους. Στην θέση της απαξίωσης της εργασίας έχει μπει η αγωνία της απώλειάς της. Και , για μια ακόμα φορά, οι ΄Ελληνες συζητούν το ίδιο πράγμα. Ο θείος μου στο Παιδοχώρι μιλά για τα σπρεντς με την άνεση που μιλούσε τότε για τα μουαγέν. Στις εξόδους και τα σπίτια (περισσότερο, για λόγους οικονομίας) οι άνθρωποι που μαζεύονται συμμετέχουν ξανά σε έναν ευρύ διάλογο που ξεπερνά τους φραγμούς των μικρών ατομικών ιστοριών μας και ξαναβάζει στο προσκήνιο την κοινή μοίρα μας. Θα είναι αυτό η νέα συλλογικότητα; Θα γίνει ο φόβος και η ταπείνωση που νοιώθουμε όλοι μας ο αρμός για να έρθουν πάλι οι ζωές μας πιο κοντά; Θα νικήσει η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα μπροστά στο κοινό κακό την αλληλοϋπονόμευση (κυρίως στους εργασιακούς χώρους) την ζηλοφθονία (απέναντι σ΄ αυτούς που πλήττονται λιγότερο) και την περιθωριοποίηση (αυτών που πλήττονται πιο βάναυσα) τώρα που η ζωή μας θα γίνει πολύ σκληρότερη; ΄Οσο ουτοπικό κι αν ακούγεται το ελπίζω.
Οιπαλιοί λέγανε ότι στην Κατοχή οι πολλοί ΄Ελληνες ήρθαν πιο κοντά. Κάποιοι λίγοι γίνανε μαυραγορίτες και δωσίλογοι. Ας είναι και τώρα μειοψηφία οι αποσυνάγωγοι που θα ξεκόψουν από τον κοινό μας δρόμο.