Χάζευα σ’ ένα ντοκιμαντέρ μια παρέα Αμερικανίδων σε κρουαζιέρα. Τι λαός! Αυτή η εκ προοιμίου χαρά τους, αυτό το ανάλαφρο σαν πούπουλο "Ουαου!" τους, η εξωτερίκευση και του ελάχιστου συναισθήματος. Δεν προλαβαίνει να σκάσει η αστραπή, καταράχτες η βροχή! Τέτοιος αυτοματισμός! Όλα περιστρέφονται γύρω από ένα τεράστιο ΑΡΑ…Πάμε κρουαζιέρα άρα είμαστε χαρούμενοι. Πληρώσαμε τόσα δολάρια για να περάσουμε καλά άρα περνάμε καλά. Τους χαζεύω. Καμιά φορά τους ζηλεύω. Μπα! Ψέματα λέω! Ανιαρή οι αμπελοφιλοσοφία τους. Θα έπληττα αφόρητα έτσι όπως υποτιμά την έκπληξη. Σνομπάρει την παντοδυναμία του αναπάντεχου! Έχουν τη παιδική αίσθηση ότι ένα καλοστρωμένο τραπέζι οδηγεί σε ένα πετυχημένο γεύμα ή δυο καλοσαπουνισμένα κορμιά με αναμμένα κεριά στο φόντο οδηγούν σε οργασμούς. Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε μωρά μου.
Αλλά, στη δική μου ζωή τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά. Καμία μελετημένη κίνηση δεν οδήγησε ποτέ σε κάτι σπουδαίο. Κανένα προγραμματισμένο ταξίδι δεν καταχωρήθηκε στα αξέχαστα. Καμιά ανθρώπινη παρουσία που μέτρησα για μαξιλάρι δεν με νανούρισε. Να μη τα πολυλογώ… Η βάρκα μου με πήγε στα πιο ενδιαφέροντα λιμάνια όταν αφέθηκα στη διάθεση του καιρού. Εγώ μόνο χάραξα πορεία. Ξεπέταξα ένα στόχο τέλος πάντων προς τα πού θα ήθελα να κατευθυνθώ. Υπέδειξα ποιος δρόμος βόλευε τη ψυχή μου, ησύχαζε τη συνείδησή μου. Τα άλλα τα ανέλαβε η θάλασσα. Και δόξα τω Θεώ, με ταξίδεψε καλά. Το ευλογημένο ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ έκανε πάντα τη δουλειά του. Περιέργως ακόμα και όταν το αναπάντεχο ήταν καταραμένο. Γιατί τώρα που το σκέφτομαι μάλλον εμφανίζονταν ύπουλα την ώρα που κοιμόμουν γαλήνια πάνω στο δεδομένο. Τόσο ύπουλα και ξαφνικά, που τουλάχιστον ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να το είχα αποτρέψει. Το αναπάντεχο!
Πόσες και πόσες φορές γυρίζοντας το χρόνο πίσω δεν αναρωτήθηκα "Μα που ξεφύτρωσε αυτό; Πώς; Ποιος το καθόρισε; Ποια ελαφράδα με συνόδευε σε μια εκκλησιά να δίνω αιώνιους όρκους στα 20 μου χρόνια; Ποιο όμορφο θράσος-θάρρος με ωθούσε να χτυπήσω τη πόρτα του Κώστα Καββαθά και να πω «είδα φως και μπήκα»; Ποιος Θεός με τοποθετούσε στο τραπέζι απέναντι από το Νίκο σε ένα ρετιρέ με όλη την Αθήνα στα πόδια μας; Ποιος διαβολάκος με έβαζε να ξαναζήσω μια εγκυμοσύνη στα 40 μου; Ποιος συνωμότησε να ρίξω άγκυρα σ’ ένα νησί που δεν ήξερα ούτε καν που πέφτει στο χάρτη;" Τα αναπάντεχα! Τα απρογραμμάτιστα! Οι έρωτες που χτύπησαν την πόρτα μας ακριβώς τη μέρα που οι τρίχες στα πόδια μας ήταν σαν του Καρεμπέ.
Τελικά, αγαπητοί αναγνώστες το μόνο που κατάλαβα στη ζωή είναι ότι η ευτυχία δεν γράφτηκε ποτέ από ορθογράφους. Η ανορθογραφία μας κατηύθηνε καλύτερα το χέρι. Γι’ αυτό να με συμπαθάτε που δεν εύχομαι ποτέ «καλές διακοπές». Βαριέμαι αυτό το «καλές διακοπές». Την προσμονή που κουβαλάει μαζί της η ευχή. Γιατί πού ξέρεις; Μπορεί οι διακοπές να έρθουν μέσα στο καταχείμωνο ή σε μια Αθήνα που σιγοκαίγεται από τον καύσωνα. Μπορεί και να πέρασαν δίπλα σας. Ίσως και να’ ναι σήμερα… Εμπιστευθείτε τα τυχαία «καιρικά» φαινόμενα. Έτσι κι αλλιώς αυτά μας δημιούργησαν!


