
Δεν χρειάστηκε παραπάνω από δύο λεπτά για να καταχωρηθεί στους μαλάκες. Είχε άλλωστε όλα τα «τεχνικά » χαρακτηριστικά. Βλέμμα μονοδιάστατο και βουτηγμένο σε έπαρση, πούρο μεγαλύτερο από το μπόι του, παράστημα κορδωτό για να κερδίζει πόντους το Πυγμαίο ύψος του και κουβέντες που αφορούσαν μόνο τα οικονομικά του κατορθώματα…Θαρρείς και είχε απέναντι του ένα καθρέφτη και σε κάθε κουβέντα του ο εαυτός του, του έλεγε «πτου σου καμάρι μου!» Ένας ακόμα «αυτοδημιούργητος» της γενιάς χρηματιστηρίου…
Δίπλα του η σύζυγός του επίσης με γνωστά «τεχνικά» χαρακτηριστικά …Στολισμός λατέρνας, μάτι ραντάρ, λίφτιγκ ατυχές, μυαλό βουτηγμένο στην αδιακρισία και στη κοινοτοπία. Ίδρωσα να τελειώσει η βραδιά. Κι αν τα κατάφερα φιλότιμα ήταν γιατί έπαιξα το αγαπημένο μου παιγνίδι που με συνοδεύει από τη παιδική μου ηλικία ακόμα. Αυτό με τις δύο κάμερες… Μια για να ζεις τη σκηνή και μια να την παρατηρείς από ψηλά…Τα χρόνια πέρασαν. Οι δουλειές του δεν ήταν και στη καλύτερη κατάσταση. Του φόρεσε και ένα κέρατο η σύζυγος πάνω στην ανασφάλειά της να βρει καινούργιο σπόνσορα (και πτου σου ατυχία, δε βρήκε και επέστρεψε… Θερίζει η κρίση!)
Να μη σας τα πολυλογώ… Το «πούρο» άρχισε να φέρνει σε ξεπουπουλιασμένο κόκορα. Το βλέμμα του άρχισε να αποκτά και άλλη διάσταση. Το κόρδωμα βέβαια κόρδωμα αλλά τα βήματα πήγαιναν πια μονόμπατα, σαν σκύλος. Όταν τον είδα απέναντί μου στο τραπέζι μετά της συζύγου του είπα «την πατήσαμε»… Μετά αρχίσαμε την κουβέντα… Για την κρίση, τις δουλειές του μπλα, μπλα ,μπλα… Έδωσε μια παράσταση της κακιάς ώρας, δε βαριέσαι…. Και ξαφνικά, ίσως από ένα τραγούδι που ακούστηκε και μου θύμησε κάποιον που αγαπούσα πολύ, αρχίσαμε να μιλάμε για ανθρώπους που φεύγουν από κοντά μας… Για την απουσία και πόσο πονάει. Για τον τοίχο του δεδομένου όταν ξερνάει την υγρασία του απρόοπτου.
Μιλούσε κοφτά, κοιτούσε γύρω γύρω με αγωνία μη και τον ακούει κάποιος άλλος… Θαρρείς ανοιγόκλεισε, με σβέλτες κινήσεις σχεδόν επιδειξία, ένα τραύμα της ψυχής του και αμέσως μετά πήρε το πούρο του και βίαια σταμάτησε τη συζήτηση. Την επόμενη μέρα τον συνάντησα στο πρωινό του ξενοδοχείου. Ήταν μόνος. Επέμενε να καθήσω κοντά του. Και τότε άρχισε να μου μιλάει για τα βιβλία που έχει διαβάσει. Για τον λατρεμένο του Καζαντζάκη των εφηβικών του χρόνων… Ολόκληρα κομμάτια της «Ασκητικής». Μιλούσε, μιλούσε σαν άλλος άνθρωπος… Γέμισαν τα μάτια του εκδοχές, αναγνώσεις, διαστάσεις. Και γω για μια ακόμα φορά σκέφτηκα… Τι μυστήριο πράγμα ο άνθρωπος! Μερικές φορές νομίζεις πως μεγαλύτερη αγωνία έχουν οι “σύγχρονοι” μη και δείξουν την ψυχή τους παρά τον κώλο τους. Λες η κρίση;..
Έτσι καθώς ξεμαδάει τα φτερά των κοκοριών… Πολύ φτερό στον αέρα.! Λες; … Ίσως η κρίση είναι μια κάποια λύσις…Για να ξαναγνωριστούμε από την αρχή ρε αδελφέ….


