
Ο παράδεισος του μπαμπάκα μου.
Αφού ξεπετάξαμε τη μάνα(τζερ) ήρθε η ώρα ,παίδες, να υμνήσω τον πατέρα/φάντασμα- κυκλοφορεί και η φροϋδική αστυνομία εδώ πέρα μέσα και δεν θέλω μπλεξίματα…
Ξεκαθαρίζω εξαρχής : Εγώ και το οιδιπόδειο καμιά σχέση! Για να το πάθεις αυτό πρέπει να έχεις κολλήσει με τον μπαμπά σου, να πιστεύεις ότι είναι υποψήφιος για το Νόμπελ του ιδανικού άντρα, να τον βλέπεις και να παθαίνεις έναν εσωτερικό κοκομπλόκο κλπ. Εγώ πως σκατά να το πάθω αφού δεν τον έβλεπα καθόλου τον τύπο; Ούτε και κανείς άλλος τον έβλεπε βέβαια, αλλά οι άλλοι δεν ήταν υποψήφιοι για σεξοψυχικά σύνδρομα όπως εγώ…
Όχι, παίδες, ο πατέρας –φάντασμα δεν είναι ναυτικός, ούτε ηγούμενος στην μονή Εσφιγμένου, ούτε ο ισοβίτης του Αρκά, ούτε πλασιέ σωβρακοφανέλας στην ελληνική επαρχία. Είναι κάτι χειρότερο: δικηγόρος! Αυτή η τραγική κάστα, (την οποία δεν μπορεί, την έχετε φάει στη μάπα από κάπου, ένα ξάδερφο θα χετε, μια θεία, ένα παππού, κυκλοφορούν χιλιάδες ανάμεσά μας) είναι οι φυσικοί πρωταγωνιστές του LOST! Με το που πιάνουν δουλειά την κάνουν απ΄τα σπίτια τους και κυκλοφορούν σ΄ένα παράλληλο σύμπαν ένθα απέδρα πάσα λύπη (για τον πελάτη) και στεναγμός (ανακούφισης του πελάτη). Η μόνη περίπτωση να πετύχω τετατετ με τον πατέρα-δικηγόρο είναι να ψάχνω απελπισμένα στην Ευελπίδων ή στα γύρω καφέ/ουζερί/κωλόμπαρα. Γιατί ο δικηγόρος/πατήρ έχει το εξής μότο: όποιος γυρίζει μυρίζει! Και ,ναι, σας διαβεβαιώνω ότι όταν γυρίζει (σπίτι μας) μυρίζει ( αρώματα σοβιετίας, ουίσκια και τσιγάρα που έπινε στο καζίνο Λουτρακίου κλπ).
Ο δικηγόρος/πατήρ έχει επίσης δημιουργήσει μια νέα γλώσσα την οποία μιλούν στο δικηγορικό universe. Αυτή η γλώσσα είναι απλή και χρηστική. Διαθέτει μόνο τέσσερεις λέξεις: πελάτης, έξοδα, σύσκεψη, δικαστήριο. Πελάτης ονομάζεται η γκόμενα και ο φίλος του ο Βαγγέλης, το λαμόγιο . Έξοδα αποκαλούνται τα λεφτά που θέλει να αρπάξει από τον πελάτη (όταν απευθύνεται σε πελάτη). Όταν απευθύνεται στην οικογένεια η φράση «έχω έξοδα» σημαίνει «δεν σας δίνω φράγκο βδέλλες. Θα τα φάω μόνος μου!» Η λέξη σύσκεψη χρησιμοποιείται εναλλακτικά με τη λέξη δικαστήριο όταν τα δικαστήρια είναι κλειστά. Σημαίνει «μη με ενοχλείται τώρα παίζω μπλάκ τζακ στο Λουτράκι, πηδάω την Ειρήνα εξ Ουκρανίας, τα πίνω με τον Βαγγέλη, ραίνω με λουλουδικό την ιέρεια της πίστας Νατάσσα Παρταόλα.»
Ο πατέρας-φάντασμα από καιρού εις καιρόν νιώθει τη βαθιά ανάγκη να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο και -μια και δεν ευκαιρεί να προσφέρει σε μας επειδή τυγχάνουμε υποσύνολο- κατεβαίνει υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία, ένα κόμμα αρχών απολύτως ασορτί με τις δικές του: ότι φάμε , ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας! Μια φορά βγήκε κιόλας (τότε που έβγαιναν ακόμα και τα ποντίκια απ΄τις τρύπες και ψήφιζαν σεμνά και ταπεινά Νουδού). Κατά την ένδοξη αυτή περίοδο είχε και μπάτσο να τον συνοδεύει στο Λουτράκι μήπως τον φάει ο προστάτης της Ειρήνα (επειδή όταν χάνει την πηδάει κι αυτή με πίστωση…)
Με τη μάνα(τζερ) έχει μια κανονική συζυγική σχέση: αποφεύγονται συστηματικά. Όταν εγκλωβιστούν στο ίδιο δωμάτιο/τραπέζι/πόλη ο ένας κοιτάει σφυρίζοντας αδιάφορα δεξιά κι η άλλη αριστερά ( ως σοσιαλίστρια πιστή σε φιλολαϊκούς θεσμούς όπως το εθνικό σύστημα υγείας). Οι συζητήσεις τους αφορούν αποκλειστικά τα κτήματα/διαμερίσματα/ οικόπεδα που αποτελούν τη βάση της οικογενειακής μας ευτυχίας καθώς και το μέλλον μου. Στο δεύτερο θέμα μονολογεί η μάνα(τζερ) ενώ ο πατέρας-φάντασμα επαναλαμβάνει: «Έλα βρε Μένη, τα μεγαλοποιείς όλα… φεύγω τώρα γιατί έχω σύσκεψη= Λουτράκι».
Με μένα πάλι έχει μια υγιέστατη σχέση πατέρα-παιδιού. Μην μπερδεύεστε: Αυτός είναι το παιδί=εξαφανίζεται και με αποφεύγει, εγώ είμαι ο πατέρας = τον κράζω αλύπητα.
(to be continued…)


