της Μαρίας Δαμολή
Έρχεται από μακριά. Εμφανίζεται μπροστά μου σαν γεγονός, διάπυρος αστεροειδής, καιρικό φαινόμενο εποχής που θέλεις να επαναλαμβάνεται. Έρχεται σαν από άλλους καιρούς, με τα 70s γυαλιά ηλίου του τακτοποιημένα στη φθαρμένη θήκη τους, την αντικέ δερμάτινη τσάντα ταξιδίου με το μπρούτζινο κούμπωμα, τη φινετσάτη κορμοστασιά του, ζυγισμένο βάδισμα, σοβαρό πρόσωπο, φωτεινά μάτια. Φέρνει μαζί του ένα ίχνος σαπουνιού, μια φτελιά, ένα πέτρινο κτίσμα, μια πολυτέλεια δουλεμένης γης , τα όρια μιας πατρίδας, μια μαθηματική ακρίβεια.
Έρχεται και τα περιγράμματα των αντικειμένων γίνονται σαφή, ο χρόνος αποκτά όγκο, το σώμα διάσταση. Έρχεται για λίγο. Δίνει τον τόνο, διορθώνει τις αποκλίσεις της αρμονίας, εξομαλύνει τις ασυγχρονίες, φεύγει. Όσο ταξιδεύει, κινούμαι ακόμα στον χώρο της παρουσίας του, σίγουρη, πραγματική. Ένα κομμάτι μου τον συνοδεύει, σκύβει στην εφημερίδα που διαβάζει, γέρνει στον ώμο του και κοιμάται, πίνει καφέ, ξεφυλλίζει το βιβλίο του, σιωπά μαζί του, αφαιρείται δίπλα του, χαϊδεύει το λοβό του, αγγίζει με τον αστράγαλο το δικό του, γλιστρά μέσα στο πουκάμισό του, δένεται στη ζώνη του, τεμπελιάζει στο κάθισμά του, κοιτά τα χείλη του, τον φιλά στην παλάμη. Κι ύστερα νυχτώνει. Επομένως ξέρω ότι έχει φτάσει.
Τις προάλλες ήρθε ξανά. Η τελευταία βραδιά κόλλησε στον ουρανίσκο μου σαν το πλακάκι της σοκολάτας που αφήνω να αργολιώνει εκεί όταν έχω φάει λαίμαργα την υπόλοιπη. Πάμε σινεμά; πρότεινα. Πώς λένε την ταινία ρώτησε. «Φεύγω». Αυτή είναι δική μου ατάκα είπε εκείνος. Κριστίν Σκοτ Τόμας είπα εγώ. Χαίρω πολύ κυρία μου, είπε αυτός. Έχω δει φωτογραφίες σας. Μ’ αρέσετε πολύ σε μία που φοράτε καπέλο κι είστε στη θάλασσα. Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σας. Πάμε στο Νιρβάνα είπα εγώ. Θα είμαι πολύ ευτυχής είπε.
Στο φόντο της σκοτεινής αίθουσας το προφίλ του ανάγλυφο. Μπροστά κοιτάμε είπε κι η φωνή του χαμογέλασε. Το βλέπω του είπα. Σταμάτα ξεκινά είπε.
Τα μάτια της γυναίκας στην οθόνη δεν κλείνουν απ’ την αρχή ως το τέλος.
Πώς άρχισε; Ούτε αυτή κατάλαβε. Το βλέμμα της κοίταζε μόνο τη δική της πραγματικότητα, την εσωτερική της προσδοκία, η εξωτερική στάση της, κάποιας που ξέρει να αφιερώνεται. Ξένη που μιλά στη γλώσσα της χώρας που την οικειοποιήθηκε, θέλει να ξαναβρεί το νήμα του εαυτού της που τεντώθηκε για χρόνια σε συγκεκριμένο τόξο, δεν έχει επίγνωση της επιθυμίας της να γίνει βέλος, απλώς νομίζει ότι ξέρει το στόχο. Ο άντρας που αναλαμβάνει να αδειάσει το χώρο που προορίζεται για κείνην, μετανάστης που τελεί υπό αναστολή, ωρομίσθιος εργάτης. Φορτώνεται τα βαριά άχρηστα αντικείμενα, εντοπίζει μια όμορφη λάμπα που δεν λειτουργεί τη φέρνει στο φως την ανάβει. Εκείνη τον βοηθά, βιάζεται να δει στην πρώην αποθήκη ένα δικό της δωμάτιο, μοιράζεται τη χαρά του τέλους της εργασίας, ίση προς ίσον. Εκείνη είναι η στιγμή που νοιώθει να ξεδιπλώνεται από μέσα της ένας δρόμος αποκλειστικά δικός της;
Πάντως αισθάνεται να τον δικαιούται- τον έχει κερδίσει με τον ιδρώτα της. Τι συμβαίνει στην πορεία; Το αυτοκίνητό της κυλά ακυβέρνητο όταν αυτή δεν βάζει χειρόφρενο. Εκείνος προσπαθεί να το σταματήσει με το κορμί του, τραυματίζεται. Η προθυμία της να τον μεταφέρει οδηγώντας στην πατρίδα του όταν παρουσιάζεται η ανάγκη, αυτονόητη. Τρεις ώρες μόνο η απόσταση. Πόσο μακριά φτάνει εκείνη; Μια μέλισσα μπαίνει στο μπλουζάκι της κι αυτή το βγάζει πανικόβλητη για να γελάσει μετά μόνη της με συστολή. Ξαπλώνει στο χορτάρι, ξαφνικά ελεύθερη, εκτός χρόνου, τόπου, ωραία. Θα διανυκτερεύσει εκεί. Το «σας αγαπώ» που λέει στο τηλέφωνο απευθυνόμενη στην οικογένειά της, ακούγεται σαν αποχαιρετισμός. Το φευγαλέο φιλί που της δίνει εκείνος για καληνύχτα, σηματοδοτεί μέσα της διαδρομή μη αντιστρεπτή.
Από ‘κει και πέρα, όλα τρέχουν εκτός ελέγχου. Το πάθος που την κατακυριεύει ,αναπόδραστη μοίρα. Η συνειδητοποίηση του έρωτα, στιγμιαίος τρόμος. Η παραδοχή του, συνυφασμένη με το απόλυτο μιας αθώας δομής. Οι αντιδράσεις του συζύγου, μη προβλεπόμενες από την ίδια, που δεν έχει λογική ιδιοκτησίας. Οι δικές της βασίζονται αποκλειστικά στο συναίσθημά της. Το μόνο που ξέρει, είναι το που να ανήκει κάθε φορά. Μιλά ο καθένας τη γλώσσα του-η κοινή τους είναι ο πόθος. Τα στοιχειώδη της: να είναι μαζί του, να αναπνέει, να έχουν φαγητό. Η απόλυτη ανέχεια, που ακολουθεί, προκύπτει ως μονόδρομος που εκτείνεται στην απελπισία. Αντιστέκεται, αρνείται να υποταχτεί, συνθλίβεται, εξεγείρεται, παραβαίνει τα όρια.
Στην τελική σκηνή, οι εραστές αγκαλιάζονται πριν τον αποχωρισμό τους. Γύρω τους η γόνιμη εξοχή, μέσα τους η φυλακή του εαυτού τους και των ατομικών επιλογών τους. Ανάμεσά τους ο έρωτας. Ως μέσο απόδρασης αρχικά, μετάβασης σε άλλο επίπεδο συνειδητότητας στη συνέχεια, πάντα μια δυνατότητα μετουσίωσης. Τίποτα δεν τελειώνει όταν αρχίσει στ’ αλήθεια.
Απλώνει το χέρι του και με σηκώνει. Φεύγουμε; λέω. Που πάμε; μου λέει. Ταξίδι του απαντώ.
Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας.


