Τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 οι καθηγητές της επαρχίας χτυπούσαν βάρδιες έξω από τα σινεμά για να πιάσουν τους μαθητές που έμπαιναν- ο κινηματογράφος, η ντισκοτέκ και άλλα πράγματα της εξωσχολικής ιδιωτικής σφαίρας των παιδιών ήσαν απαγορευμένα και τιμωρούντο με αποβολές. Τα χρόνια εκείνα, του φόβου, ο ρόλος του σχολείου ήταν κυρίαρχος στη ζωή των μαθητών γιατί ήταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα επιφορτισμένο, εκτός της εκπαιδευτικής διαδικασίας και με την διαπαιδαγώγηση και διάπλαση των νέων πολιτών σύμφωνα με την ισχύουσα συντηρητική ιδεολογία της εποχής. Τότε κανένας δεν μπορούσε να αρθρώσει το αυτονόητο, ότι η διαπαιδαγώγηση είναι δουλειά κυρίως των γονέων και δευτερευόντως του κάθε καλού, μέτριου ή συμπλεγματικού καθηγητή, και ότι τα παιδιά πάνε στο σχολείο βασικά για να μάθουν γράμματα. Ασφαλώς και οι γονείς μπορεί να είναι συμπλεγματικοί, όμως αυτό είναι άλλη συζήτηση και από αυτούς έτσι κι αλλιώς δεν ξεφεύγεις .
Στη Χρυσοπηγή Χανίων ξαναζωντάνεψε το παλιό σχολείο της αστυνόμευσης και του σωφρονισμού. Μία μαθήτρια 14 ετών αποβλήθηκε δια παντός γιατί δημιούργησε στο facebook γκρουπ συμμαθητών που μισούν μία καθηγήτριά τoυς. Η καθηγήτρια, αντί να αναρωτηθεί τι έφταιξε και βρέθηκαν πάνω από 100 παιδιά που έσπευσαν να γίνουν μέλη, επέμεινε στην παραδειγματική (τι παιδαγωγική λέξη!) τιμωρία της ένοχης. Η τιμωρία της αποβολής, εκτός από ασύμμετρη και σκληρή ήταν και εξ αντικειμένου άτοπη, αφού η μαθήτρια δεν είχε υποπέσει σε παράπτωμα στον χώρο του σχολείου .΄Αν τα παιδιά εμφανίσουν παραβατική συμπεριφορά εκτός σχολείου, αυτό αφορά τους γονείς τους και την αστυνομία. Η καθηγήτρια θα μπορούσε , αν ήθελε, να κάνει μήνυση (και να γελοιοποιηθεί), αλλά όχι να ασκήσει την ενδοσχολική εξουσία της.
Προσέξτε τώρα τα πρότυπα που προβάλλει η συμπεριφορά του σχολείου στην περίπτωση αυτή. Πρώτον, επιβραβεύει την ρουφιανιά (της καλοθελήτριας μητέρας που πρόφτασε το γεγονός στον σύλλογο καθηγητών, η οποία επίσης με την σειρά της προσφέρει έξοχο πρότυπο στο δικό της παιδί). Δεύτερον, γίνεται οικειοθελώς κομμάτι του κουτσομπολιού της μικρής επαρχίας, αφού δέχεται να συνομιλήσει με την μητέρα αυτή για ένα θέμα που δεν της έπεφτε λόγος. Τρίτον, αποκαλύπτει την προτεραιότητά του που είναι να βρει τον ένοχο και όχι να διορθώσει το λάθος και αυτό είναι ένα ολέθριο μάθημα , μάλλον κλασσικό για το ελληνικό σχολείο.
Τέταρτον, διδάσκει ότι στη ζωή αυτή δεν υπάρχει συγγνώμη και έλεος , ακόμα και ύστερα από ειλικρινή μεταμέλεια, άρα προτρέπει και τα παιδιά να μάθουν να μην συγχωρούν. Πέμπτον, προβάλλει ως φυσιολογική την κατάχρηση εξουσίας την οποία ασκεί σε χώρους που κανονικά δεν του επιτρέπεται. Τα παιδιά, ως αυριανοί πολίτες ,πρέπει να διδάσκονται τα ακριβή όρια κάθε εξουσίας.
Το χειρότερο είναι ότι δεν γίνεται η συζήτηση που θα έπρεπε να γίνει αυτήν τη στιγμή και αφορά την ηθική του διαδικτύου. Η μαθήτρια ασφαλώς έκανε λάθος. Της είχε εξηγήσει όμως κανείς ότι δεν εγκαταλείπουμε την αστική μας ευγένεια όταν βυθιζόμαστε στην ανώνυμη πολυκοσμία του internet; Ότι δεν αλλάζουμε εαυτό επειδή αλλάζουμε περιβάλλον; Ότι είναι αναξιοπρεπές να διαπομπεύουμε ανθρώπους χρησιμοποιώντας την χωρίς όρια δύναμη του νέου μέσου; Έχουν οι καθηγητές της την γνώση και την επάρκεια να την πλοηγήσουν σ΄ αυτό το χάος; Και ποια ηθική θα της διδάξουν; Την δική τους; Αυτή που είδαμε πιο πάνω; Τον κοινό τόπο; Υπάρχει κοινός τόπος;


